Η καθημερινότητα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ένα διαρκή αγώνα να ανταποκρινόμαστε στις υποχρεώσεις και μια προσπάθεια να παραμένουν ευχαρι...

Βουλγαρία: Ορεινοί δρόμοι και μνημεία [Μέρος Β']

/
0 Comments
Η καθημερινότητα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ένα διαρκή αγώνα να ανταποκρινόμαστε στις υποχρεώσεις και μια προσπάθεια να παραμένουν ευχαριστημένοι  οι άνθρωποι που σχετιζόμαστε. Συχνά το «εγώ» και το «θέλω» τίθενται σε δεύτερη μοίρα και είναι εύκολο κάπως έτσι να απομακρυνθείς από αυτά που σε κάνουν πραγματικά ευτυχισμένο. Έχω καταλήξει ότι αυτό που με κρατάει σε μια ισορροπία μεταξύ προσωπικών προτεραιοτήτων και υποχρεώσεων είναι μια εσωτερική διαδικασία αναζήτησης που λαμβάνει χώρα κάθε φορά που είμαι στο δρόμο με τη μοτοσικλέτα μου. Κάθε δικυκλιστής βέβαια θα σας πει το ίδιο: αυτό που κάνει μοναδική εμπειρία το ταξίδι με μοτοσικλέτα είναι η διαφορετική προσέγγιση στο ταξίδι, την περιπέτεια, την ανακάλυψη. Θα το πάω και λίγο πιο πέρα. Όταν βρίσκομαι στη σέλα της μηχανής μου, παραμένω ανοιχτός σε εμπειρίες και νέους ανθρώπους, στα στοιχεία, στις μυρωδιές και τα χρώματα της φύσης γύρω μου. Με ένα απαλό χάδι στο γκάζι, μπορώ να βρεθώ όπου θέλω, με το δικό μου ρυθμό, παραμένοντας πάντα μακριά από τα τουριστικά μέρη και δραστηριότητες. Το κυριότερο όμως είναι πως έρχομαι σε επαφή με τον πραγματικό μου εαυτό. Μια τέτοια εσωτερική διαδικασία συνδυάστηκε άψογα με μια solo διήμερη βόλτα στη Βουλγαρία. Ακολουθώντας το ίδιο μοτίβο με την προηγούμενη εκδρομή (Βουλγαρία: Ορεινοί δρόμοι και μνημεία [Μέρος Α']), οδήγησα σε μικρούς ορεινούς δρόμους και επισκέφτηκα σημαντικά ιστορικά μνημεία και οικοδομήματα από το αγαπημένο μου υλικό, το μπετόν.


Day 1 [km 320]

Ξεκίνησα από τη Θεσσαλονίκη αργά απόγευμα Παρασκευής και κατευθύνθηκα προς το Συνοριακό Σταθμό Προμαχώνα. Λίγο πριν βρίσκεται ένα μνημείο που σχετίζεται με τον αδελφοκτόνο εμφύλιο και φέρει την επιγραφή: «ΦΡΟΥΡΟΙ ΙΔΕΩΔΩΝ ΥΠΕΡΔΙΑΚΟΣΙΟΙ ΑΜΥΝΑΝ ΗΡΩΙΚΗΝ ΚΑΤΑ ΠΑΝΣΛΑΒΙΣΜΟΥ ΑΝΤΙΤΑΞΑΝΤΕΣ ΕΝΘΑΔΕ ΘΑΝΑΤΟΝ ΥΠΟ ΧΕΙΡΩΝ ΑΔΕΛΦΟΚΤΟΝΩΝ ΕΥΡΟΝ ΕΝ ΕΤΕΙ 1944».


Αφού πέρασα τα σύνορα, θυμήθηκα ότι πολύ κοντά είχε λάβει χώρα η μάχη του Κλειδίου την 29-07-1014, μεταξύ των Βυζαντινών υπό τον Αυτοκράτορα Βασίλειο Β' και των Βουλγάρων υπό τον τσάρο Σαμουήλ. Επισκέφτηκα το μνημείο που υπάρχει σήμερα στην περιοχή, λίγο πριν νυχτώσει για τα καλά.


Μια λεπτομερή ανάλυση της μάχης μπορείτε να διαβάσετε εδώ (Μάχη του Κλειδίου), θα προτιμήσω όμως να παραθέσω αυτούσια τη δημοσίευση από ένα αξιόλογο blog (Κlearchos guide to the galaxy) με πολλές πληροφορίες για τη Βουλγαρία γενικότερα:

«Καλοκαίρι του 1014... Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Βασίλειος ο Β' επικεφαλής του Βυζαντινού στρατού προελαύνει προς την πόλη Κλειδί [Ключ - Κλιούτς, σήμερα βρίσκεται στην νοτιοδυτική Βουλγαρία κοντά στην πόλη Петрич (Πέτριτς - Πετρίτσι)] για να αντιμετωπίσει τον Βουλγαρικό στρατό. Οι Βούλγαροι, αν και ήταν υποτελείς του Βυζαντίου, είχαν βρει την ευκαιρία, εξαιτίας εμφύλιων συρράξεων που συγκλόνιζαν την Βυζαντινή αυτοκρατορία, να ξεσηκωθούν. Με αρχηγό τον Σαμουήλ, για σχεδόν τριάντα χρόνια είχαν στην κατοχή τους ολόκληρη την Μακεδονία, δημιουργώντας έτσι την πρώτη Βουλγαρική Αυτοκρατορία, ενώ σποραδικά λεηλατούσαν και τις περιοχές της Θεσσαλίας, της Στερεάς και της Πελοποννήσου. Η Βουλγαρική Αυτοκρατορία εκτεινόταν από την Αδριατική Θάλασσα έως τον Εύξεινο Πόντο και πρωτεύουσα ήταν αρχικά η πόλη των Σκοπίων και αργότερα η Οχρίδα (σήμερα ανήκει στην Π.Γ.Δ.Μ.). Το 1014, όμως, ο Βασίλειος έχει καταφέρει να καταπνίξει τις εμφύλιες συρράξεις και θεώρησε ότι ήταν καιρός να στραφεί εναντίον των Βουλγάρων, μαζί με τους στρατηγούς του Νικηφόρο Ξιφία και Νικηφόρο Ουρανό... Αργότερα θα καταφτάσει στην περιοχή του Κλειδιού και ο στρατηγός Θεοφύλακτος Βοτανειάτης».


«Οι Βούλγαροι αντιστέκονται σθεναρά και η πλάστιγγα φαίνεται να γέρνει προς το μέρος τους. Την νύχτα, όμως, πριν ξημερώσει η 29η Ιουλίου του 1014, ο στρατηγός Νικηφόρος Ξιφίας μαζί με τρεις τούρμες (μονάδες του Βυζαντινού στρατού), πιθανότατα με την βοήθεια των Βλάχων της περιοχής, βρίσκει πέρασμα πάνω από τα βουνά της Беласица (Μπελασίτσα - Βαλαθίστα) και περνάει στα νώτα των Βουλγάρων. Η θηλιά έχει κλείσει... Το μεσημέρι της 29ης Ιουλίου, ο Βασίλειος ξεκινάει σφοδρή επίθεση και λίγο αργότερα αρχίζει την επίθεση και ο Νικηφόρος Ξιφίας... Οι Βούλγαροι, όταν συνειδητοποιούν ότι είναι περικυκλωμένοι πανικοβάλλονται, αρχίζουν και πετάνε τα όπλα και τρέχουν ατάκτως να σωθούν... Ο Βυζαντινός χρονογράφος Κεδρηνός διηγείται: "...και περιοδεύσας το προς μεσημβρίαν κείμενον του Κλειδιού υψηλότατον όρος, ο Βαλαθίσταν κατονομάζουσι, και ταχυπορίαις και ανοδίαις χρησάμενος, και του Ιουλίου μηνός επινεμήσει, άνωθεν εξαίφνης μετ' αλαλαγμού και δουπού κατά νώτου γίνεται Βουλγάρων. Οι δε τω άπροσδοκήτω καταπλαγέντες τρέπονται προς φυγήν. Και ο βασιλεύς μονωθέν διαρρήξας το τείχος έδίωκεν" [1]. 14000 στρατιώτες πιάνονται αιχμάλωτοι, ενώ ο ίδιος ο Σαμουήλ και ο γιος του μετά βίας καταφέρνουν να ξεφύγουν την αιχμαλωσία, πιθανότατα προσποιούμενοι τους πεθαμένους, και καταφεύγουν στην πόλη Πρίλαπο (Прилеп - Πρίλεπ, σήμερα στην Π.Γ.Δ.Μ.)».


«Ο Βασίλειος διατάσσει ανά 100 αιχμαλώτους να τυφλώνουν τους 99 και να αφήνουν μονόφθαλμο τον εκατοστό, ώστε να μπορέσει να οδηγήσει τους υπόλοιπους 100...»
«Ο Σαμουήλ τραυματισμένος, περιμένει με αγωνία στα τείχη του Πρίλαπου για ένα σημάδι... Τότε αντικρίζει το φρικτό θέαμα... Οι στρατιώτες του πλησιάζουν μέσα σε αγκομαχητά, παραπατώντας και πέφτοντας παρασύροντας ο ένας τον άλλο... Η καρδιά του δεν αντέχει άλλο... Παθαίνει έμφραγμα και πεθαίνει τελικά, στις 6 Οκτωβρίου του 1014».
«Υπάρχουν πολλές εκδοχές για την πράξη του Βασιλείου... Η μία θέλει να αποφασίζει την αποτρόπαια πράξη του, όταν μαθαίνει τον θάνατο σε ενέδρα του φίλου του στρατηγού Θεοφύλακτου Βοτανειάτη. Η δεύτερη θέλει τον Βασίλειο να επιβάλει την φρικτή τιμωρία αυτή, επειδή θεωρούσε τους Βούλγαρους προδότες, καθώς ήταν υποτελείς του Βυζαντίου και είχαν επαναστατήσει, και αυτή ήταν η προβλεπόμενη τιμωρία για την προδοσία. Το πιο πιθανό, πάντως, ήταν ότι ο Βασίλειος ήθελε να κάνει κάτι το οποίο θα γονάτιζε και θα παραδειγμάτιζε τους Βούλγαρους, τους οποίους αντιμετώπιζε ήδη σχεδόν 30 χρόνια. Η αλήθεια είναι ότι μετά την μάχη στο Κλειδί και μέχρι το 1019 ο Βασίλειος κυρίευσε ολόκληρη την Βουλγαρική επικράτεια. Άλλοι θέλουν, πάντως, η όλη ιστορία να είναι απλά ένας θρύλος.
Ο αυτοκράτορας Σαμουήλ είναι άλλη μια προσωπικότητα την οποία προσπαθούν να καπηλευτούν οι Σλαβομακεδόνες γείτονες μας... Πάντως η ιστορία έχει ονομάσει τον Βασίλειο τον Β' "Βουλγαροκτόνο" και προφανώς όχι "Μακεδονοκτόνο"..»


Ακολούθησα βόρεια τον Α3 μέχρι τη Dupnitsa και από εκεί τον μικρό επαρχιακό δρόμο 62 και τον 82 μέχρι το Borovets, που είχα αποφασίσει να διανυκτερεύσω. Στη διαδρομή συνάντησα ένα μικρό μνημείο με το σοβιετικό αστέρι, αναλογιζόμενος ποια θα είναι η τύχη του στο μέλλον.


Day 2 [km 460]

Πρωινό ξύπνημα και σύντομα ήμουν στο δρόμο.


Μέσω του επαρχιακού δρόμου 82 και του 882 που ελίσσεται δίπλα στις όχθες της λίμνης Iskar, έφτασα στις «Πύλες του Τραΐανού» («krepost Trayanovi Vrata»). Πρόκειται για ένα ιστορικό ορεινό πέρασμα της Βουλγαρίας, κοντά στην επαρχιακή πόλη Ihtiman. Πήρε την ονομασία του από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Τραϊανό, ο οποίος κατασκεύασε στη διάβαση αυτή φρούριο με την ονομασία «Stipon», στα όρια των ρωμαϊκών επαρχιών της Θράκης και της Μακεδονίας.




Το πέρασμα είναι κυρίως γνωστό για τη μάχη που διαδραματίστηκε στις 17 Αυγούστου 986, μεταξύ του βυζαντινού στρατού οδηγούμενου από τον Αυτοκράτορα Βασίλειο Β´ και των βουλγαρικών στρατευμάτων υπό τον τσάρο Σαμουήλ. Η συντριπτική ήττα των Βυζαντινών ματαίωσε τα σχέδια ανακατάληψης των βουλγαρικών εδαφών. (Μια καλή περιγραφή για τη μάχη δίνεται εδώ:  Η μάχη της Πύλης Τραιανού ).





Στη συνέχεια, μπαίνοντας στην πόλη Pazardzhik, βρέθηκα στο μνημείο των «Πεσσόντων της Επανάστασης του Σεπτέμβρη 1923». Η «Εξέγερση του Σεπτέμβρη» ήταν μια ένοπλη εξέγερση υποκινούμενη από το Βουλγαρικό Κομμουνιστικό Κόμμα, ως προσπάθεια ανατροπής της κυβέρνησης του Αλέξανδρου Τσάνκοφ, που είχε έρθει στην εξουσία με το πραξικόπημα της 9ης Ιουνίου. Εκτός από την κομμουνιστική της βάση, η εξέγερση υποστηρίχθηκε και από αναρχικούς. Απώτερος σκοπός της εξέγερσης ήταν η «δημιουργία κυβέρνησης εργατών και αγροτών» και όχι η μετατροπή του κοινωνικοοικονομικού συστήματος της χώρας σε κομμουνισμό.



Το μνημείο ανεγέρθηκε προς τιμήν της εξέγερσης στα χωριά γύρω από το Pazardzhik, ειδικά στο Muhovo και Lesichevo. Υπάρχουν ανάγλυφα σε μεγάλα πέτρινα μπλοκ που απεικονίζουν την εξέγερση με στυλιζαρισμένες εικόνες καμένων σημαιών και γραμμένο «1923» - το έτος της εξέγερσης.


Στα δεξιά απεικονίζεται ένας άνδρας με μουστάκι, γονυπετής, με τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη του. Στον απέναντι δρόμο, παρατηρούσα τα πολυόροφα μπλοκ πολυκατοικιών, χαρακτηριστικό δείγμα κατοικιών σοβιετικής έμπνευσης και αναρωτιόμουν αν οι εμπλεκόμενοι στην εξέγερση μπορούσαν να φανταστούν που θα κατέληγαν οι αγώνες τους απέναντι στο συγκεντρωτικό σύστημα εξουσίας της εποχής τους. Στην ταράτσα ενός από αυτά, με μεγάλα γράμματα, αναγράφεται «Добре дошли в Пазарджик» («Καλώς ήρθατε στο Pazardzhik»).



Ακολουθώντας τον επαρχιακό δρόμο 37, που διασχίζει την οροσειρά Sredna Gora, επισκέφτηκα την μικρή πόλη Panagyurishte. Η πόλη πήρε το όνομά της από την ελληνική λέξη «πανηγύρι».



Αντλεί τη φήμη της κυρίως ως το κέντρο των εξεγέρσεων κατά των Οθωμανών το 1876, που οδήγησε σε προσωρινή ανεξαρτησία, διάρκειας μόλις δέκα ημερών. Η επανάσταση, τελικώς, καταπνίγηκε με μεγάλες απώλειες για τους Βούλγαρους, ενώ οι Οθωμανοί έκαψαν και κατέστρεψαν παντελώς την πόλη.


Πλησιάζοντας την πόλη, διέκρινα τον λόφο Manyovo Bardo και το τεραστίων διαστάσεων μνημείο «Apriltsi National Memorial Complex», που ανεγέρθηκε το 1976 για την επέτειο των εκατό χρόνων από την «Επανάσταση του Απριλίου». Δεν κατάφερα να βρω το δρόμο που οδηγεί στο λόφο και το άφησα «κάβα» για την επόμενη μου επίσκεψη.


Κινούμενος βόρεια και αφήνοντας την πόλη πίσω μου, συνάντησα και άλλα μικρά μνημεία.


Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε αυτό του αντιφασιστικού αγώνα στο μικρό χωριό Panagyurski kolonii.



Πρόκειται για αγαπημένο προορισμό των κατοίκων της πόλης Panagyurishte, μιας και πολλοί έχουν τις εξοχικές τους κατοικίες εκεί. Όλη η περιοχή έμοιαζε να είχε ζήσει κάποτε μεγάλη ανάπτυξη. Παρατήρησα ένα φράγμα σε τεχνητή λίμνη και κάμποσα εργοστάσια επεξεργασίας μετάλλου, που έμοιαζαν όμως να έχουν αφεθεί στην τύχη τους. Αργότερα διάβασα για την τρομερή μόλυνση σε πηγές και έδαφος που προκάλεσε η επεξεργασία χαλκού, χρυσού, αρσενικού, καδμίου, μόλυβδου κλπ και πως αυτή έχει επηρεάσει ακόμη και τις πηγές του ποταμού Έβρου κοντά στα Όρη Ρίλα. Γενικά η περιοχή θεωρείται αρκετά μολυσμένη, καταλαμβάνοντας τη θέση 7 ανάμεσα στις 30 πιο επικίνδυνες περιοχές στη Βουλγαρία (πηγή: panda.org).


Στον επαρχιακό δρόμο 6, με κατεύθυνση πλέον ανατολικά, έκανα μια στάση στο χωρίο Klisura, που συνδέεται με την ηρωική αντίσταση των κατοίκων του, το 1876. Λίγο πριν το χωρίο, σε σημείο με φανταστική θέα προς τα βουνά της Sredna Gora, βρίσκεται το μνημείο «Borimechkata», ύψους περίπου 7 μέτρων, που αφιερώνεται στον αρχηγό των επαναστατών του χωριού.


Ο Borimechkata [διάσημος χαρακτήρας από μυθιστόρημα του Ivan Vazov «Under the yoke» («Υπό το ζυγό»)] ήταν στην πραγματικότητα ένα πραγματικό πρόσωπο, του οποίου το όνομα ήταν Ιvan Tankov. Το ψευδώνυμο Borimechkata σημαίνει «αυτός που παλεύει με την αρκούδα». Η φωνή του ήταν που προειδοποίησε τους κατοίκους του χωριού Klisura για την προσέγγιση του Τουρκικού στρατού κατά τη διάρκεια της εξέγερσης τον Απριλίου.


Κοντά στο μνημείο, παρατήρησα κάποια, πιθανόν, πρώην στρατιωτική αποθήκη και σε διάφορα σημεία σε υψώματα τοποθετημένα κανόνια πυροβολικού (μάλλον 76 ή 90mm αντιαρματικά/ αντιαεροπορικά) τεχνολογίας WW2. Ο χώρος είναι ιδιωτικός μεν, αλλά προσβάσιμος. Επειδή όμως δεν πρόκειται για στρατιωτική εγκατάσταση, μου κίνησε την περιέργεια γιατί κάποιος να έχει στην κατοχή του τέτοιο υλικό (έστω και μουσειακό) στην πίσω αυλή του.



Το επόμενο μνημείο που είχα στο πρόγραμμα, το είχα προσπεράσει στην προηγούμενη βόλτα μου με τον Ηλία. Αυτή τη φορά, μόνος μου πλέον, είχα όλο το χρόνο να το επισκεφτώ. Βρισκόταν στο χωριό Kalofer, πάνω στον Ε871, περίπου 50 χιλιόμετρα ανατολικά του κόμβου της Klisura. Μετά από μια γρήγορη γνωριμία με την τοπική αστυνομία σε τροχονομικό μπλόκο, βρέθηκα στη γενέτειρα του Βούλγαρου ποιητή και επαναστάτη Hristo Botev (1848-1876).


Αρχικά συνάντησα το άγαλμα του Kalifer Voivoda. Θρύλοι αναφέρουν ότι το Kalofer ιδρύθηκε το 16ο αιώνα όταν μια ομάδα ανδρών με αρχηγό τον Kalifer Voivoda επιτέθηκαν στα τουρκικά καραβάνια. Ο Σουλτάνος αδυνατώντας να τους αντιμετωπίσει, παραχώρησε τις εκτάσεις με αντάλλαγμα να σταματήσουν τις επιθέσεις.



Η σύνθεση του μνημείου προς τιμήν του Botev («Memorial complex Hristo Botev») είναι χαρακτηριστικά μνημειώδης σε μέγεθος. Το άγαλμα του επαναστάτη – ποιητή, ύψους 14.4 μέτρων, μαζί με τη βάση του φτάνει τα 25 μέτρα, ενώ πλαισιώνεται από τα «200 τουφέκια», που αποτελούν φόρο τιμής στους συμμετέχοντες στην τσέτα του Botev. Υπάρχει, επίσης, ανάγλυφο λιοντάρι ύψους 3.2 μέτρων, που ενισχύει σημαντικά τον πατριωτικό χαρακτήρα του μνημείου. Κοιτάζοντας το μνημείο του ποιητή από την πλατεία ή την όχθη του ποταμού Tundzha, δημιουργείται η αίσθηση πως ο Botev θα είναι πάντα ο θεματοφύλακας της πατρίδας του.




Δυστυχώς, το μνημείο αυτό αμαυρώνεται από μια προσθήκη που έγινε επί κομμουνισμού. Πρόκειται για τη σύνθεση «Τρεις Εποχές» («3 Epochs»), δεξιά του αγάλματος. Αποτελείται από τρεις άνδρες με αγέρωχα και τραχιά χαρακτηριστικά και κάθε μία από τις μορφές αυτές φέρει μια ημερομηνία - 1876, 1923 και 1944. Η πρώτη είναι όντως σημαντική για τη βουλγαρική ιστορία, όμως οι άλλες δύο μπορούν να θεωρηθούν από τις πιο τραγικές στον 20ό αιώνα. Το 1923, το Κομμουνιστικό Κόμμα στη Βουλγαρία δημιούργησε τις προϋποθέσεις για εμφύλιο πόλεμο και το 1944 η Ρωσία, με στρατιωτική παρέμβαση, αναμίχθηκε στην πολιτική ζωή της χώρας τοποθετώντας μια κυβέρνηση, η επιρροή της οποίας ταλάνισε τον τόπο ως το πρόσφατο παρελθόν.


Πίσω από το μνημείο ξεκινά το μονοπάτι «White river eco traill», ενώ την περιοχή επίσης αξίζει να την επισκεφτεί κανείς για τον καταρράκτη Raiskoto praskalo και την κορυφή Botev. Το έτος 2018 ήταν αφιερωμένο στον Botev και σε πολλά μέρη στη Βουλγαρία έλαβαν χώρα εκδηλώσεις για τα 170 χρόνια από τη γέννησή του. Ειδικότερα, στη γενέτειρά του την 6η Ιανουαρίου, στα παγωμένα νερά του ποταμού Tundzha, έλαβε χώρα ο διάσημος παραδοσιακός βουλγάρικος χορός, ενώ ειδικοί της UNESCO που παρευρέθηκαν, κλήθηκαν να αποφασίσουν αν αυτός θα προστεθεί στους καταλόγους της παγκόσμιας κληρονομιάς.

(φωτογραφία: https://travelbulgaria.news)

Συνεχίζοντας την πορεία μου ανατολικά, πάνω στον Ε871 και λίγο μετά το Manolovo, στην άκρη του δρόμου τράβηξε την προσοχή μου ένα ακόμη μνημείο. Ήταν στημένο σε μια αδιάφορη τοποθεσία, σε κακή κατάσταση και χωρίς ιδιαίτερη αφιέρωση στην επιγραφή. Δεν μπορώ να ερμηνεύσω σε ακριβώς τι αφιερώνεται, ίσως στον αντιφασιστικό αγώνα των απλών ανθρώπων της Βουλγαρίας, ενώ στην επιγραφή διέκρινα τις ημερομηνίες 1923 – 1944. Οι μορφές πάντως στη σύνθεση ίσως να έχουν να πουν κάτι. Μερικοί άνδρες και μια γυναίκα σε πορεία, κρατώντας όπλα και σακίδια κατευθύνονται προς ένα (αντιαισθητικό, κατ’ εμε) φουτουριστικό οβελίσκο από μπετόν. Αν κάποιος γνωρίζει περισσότερα για την κατασκευή ή την ερμηνεία της σύνθεσης, θα δεχτώ με χαρά το σχόλιό του.



Στον επαρχιακό δρόμο 5601, στην «Κοιλάδα των Ρόδων» λίγο πριν το χωριό Shipka, έκανα μια ολιγόλεπτη στάση για να δω το μνημείο που αφιερώνεται στο Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1878.



Από το σημείο αυτό απολάμβανα την υπέροχη θέα στις κορυφές των βουνών της Stara Planina, που απλώνονταν μπροστά μου, ενώ σε δύο από αυτές διέκρινα εύκολα το πρώην συνεδριακό κέντρο - μνημείο «Buzludzha»  και το μνημείο των μαχών του περάσματος στη Shipka.



Την προηγούμενη φορά που βρισκόμουν στην περιοχή αυτή, σκόπευα να διασχίσω τον επαρχιακό δρόμο 44 από το Gabrovo προς το πέρασμα της Shipka. Αφού βρισκόμουν πολύ κοντά, θεώρησα πως ήταν η ώρα να οδηγήσω το διάσημο πάσο. Το πέρασμα ξεκινά από το χωριό Shipka και ο επαρχιακός δρόμος 5 οδηγεί στην κορυφή Stoletov, όπου βρίσκεται το «Μνημείο της Ελευθερίας» («Monument to Freedom»). Ήδη πλησιάζοντας το χωριό Shipka, μπορούσα να διακρίνω το ρωσικό ορθόδοξο ναό της «Γέννησης του Χριστού» και αποφάσισα να τον επισκεφτώ.


Χτίστηκε μεταξύ 1895 – 1902, στο μοσχοβίτικο αρχιτεκτονικό στυλ του 17ου αιώνα και είναι αφιερωμένος στους 7.500 Ρώσους, Ουκρανούς και Βούλγαρους στρατιώτες που έχασαν τη ζωή τους αντιμετωπίζοντας 40.000 Οθωμανούς, στον αγώνα για την απελευθέρωση της Βουλγαρίας κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο, το 1877 - 1878. Το καμπαναριό έχει ύψος 53 μέτρα. Οι καμπάνες του είναι φτιαγμένες από τους κάλυκες που περισυλλέχθηκαν από τα σημεία των μαχών. Η βαρύτερη καμπάνα φτάνει τους 12 τόνους. Στο εσωτερικό της εκκλησίας, σε 34 μαρμάρινες πλάκες, αναγράφονται τα ονόματα των στρατιωτών που έχασαν την ζωή τους. Τα λείψανα τους είναι τοποθετημένα σε 17 σαρκοφάγους στο υπόγειο (κρύπτη) του Ναού.


Στον ίδιο χώρο βρίσκεται και ένα μοναστήρι, που μέχρι το 1934 ήταν ιδιοκτησία - περιουσία της Ρωσίας. Ο Στάλιν το παραχώρησε στη Βουλγαρία με τον όρο ότι δε θα επιτραπεί ποτέ σε Ρώσο μετανάστη να καθίσει στο συμβούλιο του.

Σειρά είχε να ανηφορίσω τον υπέροχο, ειδικά για βόλτα με μοτοσικλέτα, επαρχιακό δρόμο 5. Σύντομα, μετά από 13 περίπου χιλιόμετρα, βρέθηκα στην κορυφή και στη βάση του «Μνημείου της Ελευθερίας» («Monument to Freedom», Паметник на свободата – Шипка).



Πρόκειται για μια μνημειώδη κατασκευή, που ανεγέρθηκε στη μνήμη των νεκρών Βουλγάρων και των Ρώσων στρατιωτών κατά τη διάρκεια των μαχών της Shipka, το καλοκαίρι του 1877. Οι μάχες ήταν καθοριστικής σημασίας στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο για την απελευθέρωση της Βουλγαρίας από την οθωμανική κυριαρχία.
Το σημερινό μνημείο εγκαινιάστηκε το 1934 και βρίσκεται σε υψόμετρο 1326 μέτρων. Είναι ένας πύργος ύψους 32,5 μέτρων, σε σχήμα πυραμίδας. Πάνω από την είσοδο βρίσκεται ένα γιγάντιο χάλκινο λιοντάρι (8 x 4 μέτρα). Στην απέναντι πλευρά αναγράφονται οι τοποθεσίες των σημαντικότερων αγώνων - Shipka, Stara Zagora και Sheynovo.




Στο ισόγειο του μνημείου υπάρχει μαρμάρινη σαρκοφάγος, όπου διατηρούνται οστά Ρώσων στρατιωτών και Βουλγάρων εθελοντών. Στους επόμενους ορόφους υπάρχουν διάφορα αντικείμενα, στρατιωτικές σημαίες και λείψανα που σχετίζονται με τις επικές μάχες. Μια σημαντική επιρροή για το σχεδιασμό του μνημείου, ήταν το «Μνημείο της Μάχης των Εθνών» στη Γερμανία. Προτίμησα να μην ανέβω τα 890 πέτρινα σκαλιά από τη βάση του, μα να οδηγήσω σχεδόν ως την είσοδο (κάτι που μάλλον δεν επιτρέπεται). Στα χρόνια υπό τον κομμουνισμό, προστέθηκαν κοντά στα πέτρινα σκαλιά, πλάκες με ανάγλυφες παραστάσεις και ποιήματα, που προωθούν την εννοιολογική συνέχεια μεταξύ του Ρωσικού Αυτοκρατορικού Στρατού που απελευθέρωσε τη Βουλγαρία από τους Οθωμανούς και τον Κόκκινο Στρατό, ο οποίος εισήλθε στη Βουλγαρία το 1944, προκαλώντας το κομμουνιστικό πραξικόπημα.




Απολαμβάνοντας τη θέα των γύρω κορυφών, παρατηρούσα το μνημείο της Buzludzha. Το ότι στέκονται τόσο κοντά το ένα στο άλλο, όντας όμως ταυτόχρονα και τόσο διαφορετικά, με προβλημάτισε και σκεφτόμουν πόσο ακραίες αλλαγές και καταστάσεις διαδραματίστηκαν στη σύγχρονη Βουλγάρικη Ιστορία.


Κάπου εδώ, άρχισα να σκέφτομαι ότι το πρόγραμμά μου θα πρέπει να τροποποιηθεί. Ήθελα να επισκεφτώ το μνημείο για τα «1300 χρόνια Βουλγαρίας» που βρίσκεται στην πόλη Shumen, αλλά μάλλον δε θα προλάβαινα να βρίσκομαι εκεί πριν νυχτώσει. Έτσι, αποφάσισα να γυρίσω στην «Κοιλάδα των Ρόδων» (ή «Κοιλάδα των Θρακών Βασιλέων»), νότια της Shipka. Η κοιλάδα γύρω από την πόλη Kazanlak είναι γνωστή για την βιομηχανία ρόδου (Rosa Damascena ή Damask Rose), που καλλιεργείται εδώ και αιώνες και η οποία παράγει σχεδόν το μισό (1,7 τόνοι) του ροδέλαιου παγκοσμίως. Επίσης, παρουσιάζει εξαιρετικό αρχαιολογικό ενδιαφέρον, καθώς είναι η περιοχή με την μεγαλύτερη συγκέντρωση και ποικιλία μνημείων της Θρακικής κουλτούρας. Λέγεται ότι στην περιοχή υπάρχουν πάνω από 1500 ταφικοί τύμβοι, ενώ έχουν ερευνηθεί μόλις 300.


Τυχαία, μια πινακίδα με οδήγησε στον τύμβο του Seuthus III, ηγεμόνα του Οδρυσιανού Βασιλείου της Θράκης (από το 331 ως το 300 π.Χ.). Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν πως τα αρχαιολογικά ευρήματα της περιοχής (πχ ο τύμβος του Kazanlak) ήρθαν στο φως το 1944, όταν στην περιοχή ο στρατός εκτελούσε εργασίες για την κατασκευή αντιαεροπορικών εγκαταστάσεων.




Όπως και την προηγούμενη φορά, έγινε μια μικρής διάρκειας στάση στο Kran, στο «Μνημείο των Απελευθερωτών» («Monument to the Liberators»).



Πλέον η ώρα είχε περάσει και ίσα που προλάβαινα, αν βιαζόμουν, να φτάσω στην πόλη Stara Zagora. Θρακικοί οικισμοί στην περιοχή υπήρχαν ήδη από το 5ο αιώνα π.Χ., ενώ την πόλη ίδρυσε το 342 π.Χ. ο Φίλιππος Β’, ο πατέρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου.


Ιδιαίτερα με ενδιέφερε να επισκεφτώ το «Μνημείο των υπερασπιστών της Stara Zagora», στην περιοχή Samara. Την 31η Ιουλίου του 1877, μια δύναμη αποτελούμενη από Ρώσους στρατιώτες και Βούλγαρους εθελοντές, αντιμετώπισε μια πολύ ανώτερη τουρκική δύναμη. Μετά από έξι ώρες, το ρώσο-βουλγαρικό μέτωπο παραδόθηκε στους Τούρκους. Τις τρεις ημέρες που ακολούθησαν την παράδοση, η πόλη της Stara Zagora έζησε ανείπωτη αγριότητα, αφού εκτός από την φωτιά που κατέκαψε τα πάντα, περίπου 14.500 κάτοικοι σφαγιάστηκαν και άλλοι 10.000 πουλήθηκαν ως σκλάβοι εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Παρά την τραγωδία, η πόλη κατάφερε και επέζησε. Κατά την εκατονταετή επέτειο της μάχης, το 1977, εγκαινιάστηκε το Μνημείο «Defenders of Stara Zagora».



Το μπρουτάλ μνημείο έχει ύψος άνω των 15 μέτρων και η σύνθεσή του περιλαμβάνει, τοποθετημένους σε πυλώνες από τσιμέντο, έναν γιγαντιαίο Ρώσο αξιωματικό και γύρω του έξι Βούλγαρους εθελοντές μαχητές, που αντιπροσωπεύουν τις έξι μονάδες που εντάχθηκαν στο ρωσικό στράτευμα εκείνη την ημέρα.


Δίπλα σε αυτές τις γιγαντιαίες φιγούρες είναι μια αφηρημένη σημαία που ανεμίζει, ύψους 50 μέτρων. Πρόκειται για τη σημαία της πόλης Samara της Ρωσίας («Samarskoto Zname») και έχει ιδιαίτερη σημασία για τους Βούλγαρους, αφού δόθηκε από τους Ρώσους στρατιώτες στους εθελοντές μαχητές - κατοίκους της πόλης, για να την χρησιμοποιήσουν ως λάβαρο τους.


Η τοποθεσία του μνημείου ήταν το αρχηγείο των υπερασπιστών της πόλης. Παρά το τραγικό και μακάβριο του χώρου, ανεβαίνοντας τα 100 σκαλιά για να φτάσω στο μνημείο, παρατηρούσα τους κατοίκους της πόλης που χρησιμοποιούσαν το πάρκο ως χώρο αναψυχής. Πράγματι, ο χώρος έχει μια ιδιαίτερη θετική αύρα, αποπνέει μια γαλήνη και ηρεμία, μια αίσθηση δηλαδή εκ διαμέτρου αντίθετη με το συμβολισμό του μνημείου.


Βλέποντας τις οικογένειες στο πάρκο, νοστάλγησα τη δική μου και βεβαιώθηκα πως η βόλτα μου με ικανοποίησε πλήρως και ήρθε η ώρα της επιστροφής. Μέσω του επαρχιακού δρόμου 66 έφτασα στην πόλη Plovdiv, όπου πέρασα το βράδυ μου.


Day 3 [km 380]

Η επιστροφή μου Θεσσαλονίκη περιλάμβανε μερικές ακόμα όμορφες ορεινές διαδρομές. Ξεκίνησα σχετικά νωρίς από τη Φιλιππούπολη και η πρώτη μου στάση ήταν στην «Κόκκινη Εκκλησία» («Red Church» - «Червената църква»), δυο χιλιόμετρα πριν τη μικρή πόλη Perushtitsa στους πρόποδες της οροσειράς της Ροδόπης. Η Υστερορωμαϊκή (πρώιμη βυζαντινή) Παλαιοχριστιανική Βασιλική πήρε το όνομά της από το χρώμα του ρωμαϊκού στυλ τούβλου που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή της.



Δυστυχώς σώζεται μόνο μερικώς, ενώ χρονολογείται στα τέλη του 5ου – αρχές 6ου αιώνα, χτισμένη, πιθανότερα, στα χρόνια του Αυτοκράτορα Αναστασίου. Εκτός από το γεγονός ότι πρόκειται ίσως για την παλαιότερη εκκλησία στην Ευρώπη, είναι η μοναδική με το ιερό να κοιτάζει προς το βορά. Αρχικά θεωρήθηκε ότι χτίστηκε για να φυλαχτούν τα λείψανα κάποιου χριστιανού μάρτυρα, στη συνέχεια όμως με τις προσθήκες που έγιναν, η βασιλική έφτασε σε εντυπωσιακό μέγεθος, με τον κεντρικό θόλο να αγγίζει τα 32 μέτρα, εκ των οποίων τα 14 έχουν αναστηλωθεί και στέκονται ως σήμερα. Οι αγιογραφίες που σώθηκαν φυλάσσονται σε κοντινά μουσεία, ενώ αντίγραφα κάποιων διακρίνονται στις αρχικές τους θέσεις (πχ η μορφή του Ααρών στη βορειοδυτική κόγχη).



Βρήκα αρκετά ειρωνικό ότι η εκκλησία καταστράφηκε από τους Σταυροφόρους κατά την 4η Σταυροφορία, τον 13ο αιώνα. Η «Κόκκινη Εκκλησία» μου έδωσε την εντύπωση πως υπομένει στωικά τα καιρικά φαινόμενα και την εγκατάλειψη, ενώ το μέρος μοιάζει να παίρνει ζωή μόνο κατά την τρίτη μέρα του Πάσχα, όταν συγκεντρώνεται κόσμος από τη Perushtitsa και τα γύρω χωριά και τοποθετούν αναμμένα κεριά στα ερείπια των βυζαντινών τειχών της εκκλησίας.



Οδηγώντας μέσα από την Perushtitsa, για κάποιο λόγο ένιωθα ότι το μέρος αυτό είχε πολύ ζωντανή μια αίσθηση παρελθόντος. Παρατήρησα, επίσης, πως σε αρκετά σπίτια ακόμη υπήρχαν μαρμάρινες αφιερωματικές πλάκες με το σφυρί και το δρεπάνι, κάτι αρκετά σπάνιο πλέον στη Βουλγαρία.


Κατευθύνθηκα προς την κορυφή του λόφου και σύντομα έφτασα στο «Μνημείο των 3 Γενεών» («The Monument of three generations»). Το μνημείο βρίσκεται στα 500 μέτρα πάνω από την πόλη, στην κορυφή Vlasevitsa, και χτίστηκε το 1976 για να τιμήσει την 100η επέτειο από τη συμμετοχή των κατοίκων της πόλης στην «Επανάσταση του Απριλίου» κατά των Οθωμανών.



Το αρχιτεκτονικό κόνσεπτ είναι τυπικό της σοσιαλιστικής τέχνης και η κύρια ιδέα είναι να υμνήσει όσους θυσιάστηκαν για την απελευθέρωση της Βουλγαρίας. Το μνημείο, ωστόσο, δεν αφιερώνεται μόνο στους αγωνιστές για την εθνική απελευθέρωση του 1876, αλλά και στους Επαναστάτες του Σεπτεμβρίου του 1923 και στους συμμετέχοντες στο πραξικόπημα της 9ης Σεπτεμβρίου του 1944. Τα τελευταία δύο γεγονότα τιμούνταν ιδιαίτερα πριν από το 1989. Η ένταξή τους στην ιδέα του μνημείου, μαζί με την εξέγερση του Απριλίου, ήταν να απεικονίσει τρεις γενιές μαχητών. Αποτέλεσμα, η ίσως αμφισβητούμενη σημασία του μνημείου και πιθανώς η εγκατάλειψή του τα τελευταία χρόνια.



Οι τρεις γενιές απεικονίζονται σε τρία γλυπτά, τοποθετημένα με χρονολογική σειρά. Το κάθε ένα βρίσκεται σε διαφορετικό επίπεδο και μεταξύ τους υπάρχουν σκαλιά. Στο ψηλότερο σημείο του μνημείου υπάρχει ένας πύργος – καμπαναριό, που κάποτε ήταν τοποθετημένο, μέχρι την κατάρρευση του κομμουνισμού, ένα κόκκινο αστέρι. Απέναντι, βρίσκεται η κεντρική είσοδος που με σκάλες οδηγεί στο υπόγειο, όπου υπάρχει ένα οστεοφυλάκιο με μαρμάρινη σαρκοφάγο, πάνω από το οποίο κρεμόταν ένα χάλκινο στεφάνι που έχει αφαιρεθεί. Δυστυχώς, αυτός ο χώρος όπως και ολόκληρο το μνημείο βρίσκονται σε πολύ κακή κατάσταση.




Αποχώρησα από το χωριό και κατευθύνθηκα νότια στον επαρχιακό δρόμο 37 προς το Batak. Την προηγούμενη φορά που πέρασα από εδώ, κάπως βιαστικά, υποσχέθηκα πως θα στεκόμουν λίγο περισσότερο στην μικρή αυτή κωμόπολη που άξιζε την επίσκεψη. Γνώριζα πολύ καλά πως και μόνο η λέξη Batak στη συνείδηση του μέσου Βούλγαρου, αντανακλά τις τουρκικές θηριωδίες σε βάρος, κυρίως, του άμαχου πληθυσμού της περιοχής, ενώ είχα πάρει συμβουλές πως στην πόλη αυτή, που σήμερα έχει έντονο οθωμανικό – πομακικό χαρακτήρα, δεν βλέπουν με καλό μάτι τους επισκέπτες που «σκαλίζουν» αυτό το κομμάτι της Ιστορίας.

Κάνοντας μια αναζήτηση στις πηγές που υπάρχουν στο διαδίκτυο για το Batak, από τα πρώτα πράγματα που συναντά κανείς είναι ο πίνακας του Ρώσου ζωγράφου Konstantin Makovsky «The Bulgarian Martyresses» (1877), που απεικονίζει τμήμα του άτακτου στρατεύματος «Bashi-Bazuk» εντός χριστιανικού ναού να βιάζουν γυναίκες της περιοχής.

φωτογραφία: wikipedia.org

Επίσης, τις αναφορές δυτικών ανταποκριτών που στάλθηκαν στην περιοχή μετά τη σφαγή. Ενδεικτικά, ο Αμερικάνος συγγραφέας και διπλωμάτης Ε. Schuyler, γράφει στη Daily News του Λονδίνου: 
«.. παντού υπήρχαν ανθρώπινα οστά, κρανία, πλευρά, ακόμα και πλήρεις σκελετοί, κεφάλια κοριτσιών ακόμα διακοσμημένα με μακριές πλεξούδες, οστά παιδιών, σκελετοί που ακόμα είχαν τα ρούχα τους. Εδώ ήταν ένα σπίτι στο οποίο το δάπεδο ήταν άσπρο από τις στάχτες και τα καμμένα οστά τριάντα ατόμων που κάηκαν ζωντανά εκεί. Εδώ ήταν το σημείο όπου ο προεστός Trendafil παλουκώθηκε και ψήθηκε, και όπου είναι τώρα θαμμένος. Υπήρχε μια βρωμερή τρύπα γεμάτη από πτώματα σε αποσύνθεση. Εδώ ήταν το φράγμα ενός μύλου γεμάτο με τυμπανιαία πτώματα. ..και εδώ η εκκλησία, όπου ακόμη φαίνονταν χιλιάδες μέλη σε αποσύνθεση ..ο Αχμέτ Αγάς, ο οποίος διέταξε τη σφαγή, έχει παρασημοφορηθεί και προαχθεί στο βαθμό του Yuz-bashi ..».
Ένας άλλος μάρτυρας των συνεπειών της σφαγής είναι ο Αμερικανός Januarius MacGahan, δημοσιογράφος της New York Herald και της Daily News του Λονδίνου, που περιέγραψε τι είδε, ως εξής:
«Δεν είχε μείνει ούτε μια στέγη, ούτε ένας τοίχος όρθιος. Όλα ήταν μια μάζα από ερείπια... Κοιτάξαμε και πάλι το σωρό από κρανία και σκελετούς μπροστά μας, και παρατηρήσαμε ότι ήταν όλα μικρά και ότι τα ρούχα που ήταν ανακατεμένα μαζί τους και διάσπαρτα, ήταν όλα γυναικεία ρούχα. Ήταν λοιπόν όλες γυναίκες και κορίτσια. Από την σέλα μου μέτρησα περίπου εκατό κρανία, χωρίς να συμπεριλάβω αυτά που ήταν κρυμμένα κάτω από τα άλλα στον άθλιο σωρό, ούτε αυτά που ήταν διάσπαρτα στα χωράφια. Τα κρανία ήταν σχεδόν όλα αποκομμένα από τα  υπόλοιπα οστά – οι σκελετοί ήταν όλοι σχεδόν ακέφαλοι. Αυτές οι γυναίκες είχαν όλες αποκεφαλιστεί...και η διαδικασία φαίνεται να ήταν ως εξής: Θα άρπαζαν μια γυναίκα, την ξεγύμνωναν προσεκτικά μέχρι το μεσοφόρι, αφήνοντας στην άκρη τα ρούχα που ήταν χρήσιμα, με ότι στολίδια και κοσμήματα μπορεί να είχε πάνω της. Στη συνέχεια, θα την βίαζαν όσοι ήθελαν,  και ο τελευταίος θα τη σκότωνε ή θα την άφηνε, ανάλογα με τις διαθέσεις του. ..Κοιτάξαμε μέσα στην εκκλησία, η οποία είχε μαυρίσει από το κάψιμο των ξύλινων υλικών, αλλά δεν καταστράφηκε, ούτε καν είχε πολλές ζημιές. Ήταν ένα χαμηλό κτίριο με χαμηλή οροφή, ..μετά βίας αρκετά ψηλό για να χωρέσει όρθιος ένας ψηλός άνδρας. Αυτό που είδαμε εκεί ήταν πολύ τρομακτικό για κάτι περισσότερο από μια βιαστική ματιά. Ένας τεράστιος αριθμός πτωμάτων εν μέρει καμμένων.. Περπατήσαμε παντού και είδαμε το ίδιο πράγμα να επαναλαμβάνεται ξανά και πάνω από εκατό φορές. Σκελετοί ανδρών με τα ρούχα και τις σάρκες ακόμα πάνω τους να σαπίζουν. Κρανία γυναικών, με τα μαλλιά να σέρνονται στο χώμα. Οστά παιδιών και βρεφών παντού..»





Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή. Τι είχε συμβεί;

Το σημερινό Batak κτίστηκε στις αρχές του 16ου αιώνα, περίοδο κατά την οποία γίνονταν από τους Τούρκους μαζικοί εξισλαμισμοί των πληθυσμών της Ροδόπης. Μεγάλος αριθμός Χριστιανών εγκαθίσταται τότε στο Batak.


Η εξέγερση της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης παρακίνησε σε δράση τους Βούλγαρους επαναστάτες. Το 1875 μια πρώτη εξέγερση προετοιμάστηκε βιαστικά για να επωφεληθεί από την απασχόληση των Οθωμανών και την άνοιξη του 1876 στα νοτιοκεντρικά βουλγαρικά εδάφη ξέσπασε μια άλλη εξέγερση, ακόμη πιο ανοργάνωτη από την προηγούμενη.


Ο ρόλος του Batak στην εξέγερση ήταν να πάρει στην κατοχή του τις αποθήκες των γύρω χωριών και να διασφαλίσει τον εφοδιασμό των ανταρτών. Επίσης, να μπλοκάρει τους κύριους δρόμους και να εμποδίσει τον εφοδιασμό των Τούρκων στρατιωτών. Το έργο του Batak ήταν να αντιμετωπίσει τα χωριά των Πομάκων Chepino και Korovo, στην περίπτωση που θα προσπαθούσαν να αποτρέψουν την εξέγερση. Στην περίπτωση που οι τσέτες των κοντινών περιοχών αποτύγχαναν στην αποστολή τους,  οι υπόλοιποι θα έπρεπε να συγκεντρωθούν στο Batak. Το μόνο πρόβλημα ήταν η περίπτωση το Batak να υπερασπιστεί τον εαυτό του μόνο εναντίον των Τούρκων, αλλά αυτό ήταν ένα ρίσκο που το είχε αναλάβει.


Μετά την έναρξη της εξέγερσης στις 30 Απριλίου του 1876, μέρος των ενόπλων ανδρών στο Batak, με επικεφαλής το βοεβόδα Petar Goranov, επιτέθηκαν στους Τούρκους και κατάφεραν να σκοτώσουν μέρος των Οθωμανών ηγετών. Ωστόσο οι Οθωμανοί, που στερούντο επαρκών τακτικών στρατευμάτων λόγω των προβλημάτων στη Βοσνία - Ερζεγοβίνη, αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν άτακτους «Βασιβουζούκους» («Bashi-Bazuk»), για να πατάξουν τους Βουλγάρους. Αυτοί οι άτακτοι ως επί το πλείστον προέρχονταν από τους Μουσουλμάνους κατοίκους των Βουλγαρικών περιοχών, πολλοί από τους οποίους ήταν Τσερκέζοι πρόσφυγες, εκδιωγμένοι από τον Καύκασο από τη Ρωσική Αυτοκρατορία, ή Τάταροι της Κριμαίας πρόσφυγες, εκδιωγμένοι κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο, ακόμη και Βούλγαροι. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν ένα σώμα από 5.000 «βασιβουζούκους», οι πλειοψηφία τους Πομάκοι – βουλγαρίζοντες μουσουλμάνοι - υπό τον Ahmet Aga από το χωριό Barutin.



Μετά από μια πρώτη μάχη, οι άνδρες από το Batak, αποφάσισαν να διαπραγματευθούν με τον Ahmet Aga, που τους υποσχέθηκε ότι θα αποσύρει τα στρατεύματά του, υπό την προϋπόθεση ότι το Batak θα αφοπλιστεί. Αφού οι αντάρτες κατέθεσαν τα όπλα τους, οι «Βασιβουζούκοι» επιτέθηκαν και τους αποκεφάλισαν.


Ενώ μερικοί από τους ηγέτες της επαναστατικής επιτροπής παρέδιδαν τα όπλα τους, μερικοί κατάφεραν να ξεφύγουν από το χωριό, αλλά αμέσως μετά όλη η περιοχή περικυκλώθηκε. Οι «Βασιβουζούκοι» μπήκαν στα σπίτια και τα λεηλάτησαν, πολλά τα έκαψαν και πυροβολούσαν τους πάντες. Πολλοί από τους κατοίκους του χωριού κρύφτηκαν μέσα στα σπίτια των πλουσίων ή στην εκκλησία. Στις 2 Μαΐου, αυτοί που ήταν κρυμμένοι στο σπίτι του Bogdan παραδόθηκαν, γιατί τους υποσχέθηκε ο Ahmet Aga ότι θα σωθούν.


Περισσότερoι από 200 άνδρες, γυναίκες και παιδιά οδηγήθηκαν έξω, απογυμνώθηκαν από τιμαλφή και ρούχα, για να μην τα λερώσουν τους με το αίμα τους και μετά σφαγιάστηκαν. Ο Ahmet Aga ζήτησε από τους πλούσιους άνδρες του Batak να πάνε στο στρατόπεδο του και να παραδώσουν όλα τα όπλα των χωρικών. Συμφωνήθηκε το χωριό να αφοπλιστεί και οι Πομάκοι «Βασιβουζούκοι» να φύγουν. Αντ' αυτού, οι Βούλγαροι πιάστηκαν αιχμάλωτοι και όλοι αποκεφαλίστηκαν, κάηκαν ζωντανοί ή παλουκώθηκαν. Ο προεστός της πόλης, Trendafil Kerelov, προσπάθησε να διαπραγματευτεί με τον Ahmet Aga. Η σύζυγος του γιου του προεστού περιέγραψε πώς βασάνισαν, παλούκωσαν και έκαψαν τον πεθερό της: «Οι λέξεις που χρησιμοποίησε (ο Ahmet Aga) ήταν shishak aor, ο τουρκικός όρος για το ψήσιμο κρέατος στη σούβλα. Μετά από αυτό, του αφαίρεσαν ότι χρήματα είχε, τον ξέντυσαν, του έβγαλαν τα μάτια και τα δόντια και τον παλούκωσαν, ώσπου η σούβλα βγήκε από το στόμα του. Έπειτα τον έψησαν ζωντανό. Έμεινε ζωντανός σε αυτή τη φρικτή κατάσταση για μισή ώρα». Ο γιος του Ahmet Aga της πήρε το παιδί που ήταν ακόμα μωρό και μπροστά της το έκοψε κομμάτια με το σπαθί του.



Η ορθόδοξη εκκλησία «Αγία Κυριακή» («Sveta Nedelya») ήταν το τελευταίο καταφύγιο των ανταρτών. Οι «Βασιβουζούκοι», αφού κατέστρεψαν το σχολείο, μέσα στο οποίο 200 άνθρωποι κάηκαν ζωντανοί, πολιόρκησαν την εκκλησία. Οι έγκλειστοι κράτησαν για τρεις ημέρες, αφού η έλλειψη νερού πρώτα τους υποχρέωσε να πιουν ότι πόσιμο υπήρχε - έσκαψαν στο πάτωμα της εκκλησίας προς αναζήτηση νερού, ήπιαν το λάδι από τα καντήλια ακόμη και το αίμα όσων έχασαν τη ζωή τους. Τελικά η δίψα κέρδισε και αναγκάστηκαν να βγουν. Αποκεφαλίστηκαν όλοι και γλίτωσαν μόνο όσοι δέχθηκαν να γίνουν μουσουλμάνοι.




Η εκκλησία κάηκε, αλλά διατηρήθηκαν από αυτήν οι πέτρινοι τοίχοι. Όταν μια ρωσική αποστολή πήγε να επιθεωρήσει το χωριό, τρεις μήνες αργότερα, οι Οθωμανικές αρχές προσπάθησαν να θάψουν τα πτώματα αλλά δεν μπορούσαν να κρύψουν τη δυσωδία. Επίσης, έβαψαν τους τοίχους της εκκλησίας, αλλά οι κηλίδες αίματος εμφανίστηκαν αργότερα.



Μετά τη σφαγή στην εκκλησία, ο Ahmet Aga κάλεσε όλους τους επιζώντες χωρικούς, λέγοντας ότι θέλει να καταγράψει τους νεκρούς και τις χήρες. Οι επιζώντες συγκεντρώθηκαν, χωρίστηκαν οι γυναίκες από τους άνδρες και σφαγιάστηκαν οι 300 επιζήσαντες άνδρες. Οι γυναίκες που διαμαρτυρήθηκαν, βιάστηκαν και σκοτώθηκαν. Την ίδια ημέρα δολοφονήθηκαν άλλα 300 άτομα στην ξύλινη γέφυρα, δίπλα στο σχολείο, αφού πρώτα τους έκοψαν τα χέρια, τα αυτιά και τη μύτη.



Με την πτώση της πόλης του Batak, οι Τούρκοι έσφαξαν όλους τους κατοίκους, σαν τιμωρία για την αντίσταση που προέβαλαν. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, τόσο το Batak όσο και η Perushtitsa, όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού επίσης σφαγιάστηκε, δεν είχαν συμμετάσχει στην εξέγερση. Οι σύγχρονοι ιστορικοί έχουν υπολογίσει τον αριθμό όσων σκοτώθηκαν κατά την καταστολή της εξέγερσης μεταξύ 3.000 και 10.000 ατόμων, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας. Η σφαγή του Batak ήταν τμήμα της σκληρής αντιμετώπισης των τοπικών επαναστάσεων, πολιτική που ακολουθήθηκε από το Σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίτ Β’. Πολλοί από τους δράστες αυτών των σφαγών αργότερα παρασημοφορήθηκαν από την Οθωμανική ανώτερη διοίκηση.
Οι αντιδράσεις των Ευρωπαίων ήταν έντονες. Οι Βρετανοί, μετά τις εκθέσεις των απεσταλμένων της στην περιοχή, απέσυραν την υποστήριξή τους προς την Τουρκία, προτείνοντας η Ευρώπη να απαιτήσει την ανεξαρτησία της Βουλγαρίας και της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης. Η ισχυρότερη αντίδραση όμως ήρθε από τη Ρωσία, καθώς από το φθινόπωρο του 1875 το κίνημα για την υποστήριξη της βουλγαρικής εξέγερσης διαπέρασε όλες τις τάξεις της ρωσικής κοινωνίας, προετοιμάζοντας και οδηγώντας στην μετέπειτα στρατιωτική παρέμβαση και ενίσχυση των Βουλγάρων κατά των Οθωμανών.


Αποχωρώντας από το Batak, δεν μπορούσα να μη σκέφτομαι το μακάβριο του χώρου της εκκλησίας της Αγίας Κυριακής. Ο νους μου όμως σύντομα απορροφήθηκε από τη πανέμορφη φύση και τις φθινοπωρινές εικόνες. Αργότερα, στον επαρχιακό δρόμο 376 προς το Velingrad, κοντά στις όχθες της λίμνης Batak, σταμάτησα για λίγο και θαύμαζα μια ομάδα από άλογα που κάλπαζαν ελεύθερα.


Στην πλατεία του χωριού Rakitovo βρήκα ένα ακόμη άγαλμα – μνημείο που αφιερωνόταν σε κάποιον αγωνιστή. Δεν μπόρεσα να συμπεράνω περισσότερα από την επιγραφή του.


Συνέχισα στον επαρχιακό δρόμο 84 και μετά το Razlog έκανα την τελευταία μου στάση επί βουλγαρικού εδάφους. Εκεί υπήρχε ένα μνημείο, που σχετιζόταν με τους απελευθερωτικούς αγώνες του 1903. Πρόκειται για μια σύνθεση από τσιμεντένιες κολώνες, που στο εσωτερικό τους έμοιαζαν εγκλωβισμένες μαρτυρικές ανθρώπινες φιγούρες. 



Ο δρόμος που απέμενε για την επιστροφή μου ήταν ελάχιστος, ενώ ήδη προετοίμαζα τις διαδρομές που θα ακολουθούσα (επαρχία Shumen και ακτές Μαύρης Θάλασσας) στην επόμενη μου επίσκεψη στη Βουλγαρία.

Αυτή ήταν η διαδρομή (των συνολικά 1189 χιλιομέτρων) που ακολούθησα.





You may also like

No comments: